16η Έκθεση Βιβλίου
Αγαπητοί φίλοι,
Μια έκθεση βιβλίου, όπου και αν οργανώνεται, είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για τον πολιτισμό. Για την πόλη μας όμως η δέκατη πέμπτη έκθεση βιβλίου είναι πολύ ιδιαίτερο γεγονός. Αυτή τη φορά, σε τούτη την έκθεση , ο άνθρωπος που ξεκίνησε αυτό το θεσμό, ένας από τους σκαπανείς του πολιτισμού της πόλης μας, η αείμνηστη Μαρία Μάνου, δεν είναι μαζί μας. Οι ιδέες της όμως είναι εδώ ολοζώντανες, καινούργιες και καινοτόμες όπως ήταν πάντοτε άλλωστε.
Η φιγούρα της Μαρίας , το πνεύμα και το ήθος της , η αυταπάρνηση και η αγωνιστικότητά της βρίσκονται μέσα στις χιλιάδες σελίδες των βιβλίων που εκτίθενται εδώ. Μας θυμίζουν πάντοτε ότι σε μια κοινωνία που κυριαρχεί το χρήμα και η εφήμερη απόλαυση, υπάρχει ακόμη χώρος για τις μεγάλες πνευματικές αξίες όλων εκείνων που έδωσαν και δίνουν καθημερινά τη μάχη για τον πολιτισμό και την κοινωνική πρόοδο. Και η αείμνηστη Μαρία Μάνου ήταν ένας από αυτούς. Ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος που έδωσε το είναι του στην υπόθεση του πολιτισμού και της δημοκρατίας αγόγγυστα , χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας και διάθεσης για προσωπική προβολή.
Θα ήταν πέρα για πέρα άδικο αν ισχυριζόταν κάποιος ότι αυτός ο θεσμός, η έκθεση βιβλίου της πόλης μας, δεν είναι πνευματικό παιδί της Μαρίας Μάνου. Αυτός ο θεσμός όταν ξεκίνησε ήταν ένα πραγματικό στοίχημα, μια πρόκληση, για τον εμπνευστή του. Ήταν όμως τόση η διάθεση και το πάθος της Μαρίας που η επιτυχία ήταν μονόδρομος. Δεκαπέντε χρόνια τώρα η έκθεση Βιβλίου στον Κορυδαλλό σηματοδοτεί κυριολεκτικά τα πολιτιστικά δρώμενα και αποτελεί παράδειγμα για μίμηση. Οι κάτοικοι της πόλης , και όχι μόνο, έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν τον κόσμο του βιβλίου και των δημιουργών, έχουν την ευκαιρία να ξεφύγουν από την αποπνικτική καθημερινότητα και το άγχος.
Πως θα μπορούσαμε λοιπόν αυτή τη χρονιά να λησμονήσουμε τον άνθρωπο που άνοιξε πρώτος τις πύλες της έκθεσης βιβλίου στην πόλη μας; Πως θα μπορούσαμε , τη χρονιά που θρηνήσαμε για την απώλειά του, να μην αφιερώσουμε την έκθεση βιβλίου στη μνήμη του; Η φετινή έκθεση βιβλίου είναι αφιερωμένη στη Μαρία Μάνου. Είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής για τη γυναίκα, την άξια μητέρα και τη μαχητική πολιτικό που τίμησε και λάμπρυνε με την παρουσία της την πόλη μας.
Αγαπητοί συμπολίτες
Κάθε φορά που ανοίγει τις πόρτες της μια Έκθεση Βιβλίου ανοίγει κι ένας κύκλος προβληματισμού γύρω από την προσφορά, τη διάδοση και το μέλλον του βιβλίου. Δίνεται η ευκαιρία να ακουστούν ενδιαφέρουσες απόψεις και να συζητηθούν εποικοδομητικές προτάσεις ή και να τιμηθούν κάποιοι πνευματικοί άνθρωποι, κάποιοι συνειδητοί εργάτες του λόγου, που με το έργο τους νοηματίζουν με αλήθειες κι ομορφιές τη ζωή μας. Κι ασφαλώς οι εκδηλώσεις αυτές υπηρετούν την υπόθεση του βιβλίου, όταν δεν υπακούουν σε εφήμερους συρμούς, αλλά όταν υπαγορεύονται από «ανάγκη». Μια «ανάγκη» που κατά την άποψή μου πηγάζει μέσα από το κενό της σύγχρονης Ελληνικής κοινωνίας.
Είναι πολύ σημαντικό γεγονός, όταν μια πολιτισμένη κοινωνία συνταράζεται από πνευματική, ηθική και κοινωνική κρίση, τα μέλη της άλλοτε συνειδητά και άλλοτε από ένστικτο, να καταφεύγουν στο βιβλίο. Να ξαναγυρίζουν στο βιβλίο, να αποζητούν την ψυχική τους αναστύλωση, να προσπαθούν να ξανανιώσουν άνθρωποι.
Σ' αυτούς λοιπόν τους χαλεπούς καιρούς, όπως γράφει ένας σύγχρονος στοχαστής, «τιμημένοι όσοι, κι όπως μπορούν, γράφουν αληθινά, ζωντανά βιβλία. Και πιο τιμημένοι, όσοι απελεύθεροι άνθρωποι τα παίρνουν στα χέρια τους μ' ερωτικό σέβας και να τα κάνουν δικά τους. Γιατί δεν υπάρχει πιο δημοκρατική πνευματική δημιουργία από τη δημιουργία ενός βιβλίου». Αλλά για να το νιώσεις αυτό χρειάζεται οικογενειακή αγωγή, χρειάζεται παιδεία, χρειάζεται πολιτιστική πολιτική με σαφείς προσανατολισμούς. Αυτόν τον αδιαίρετο άξονα σκοπεύω να ακολουθήσω κι εγώ, τον οποίο ακροθιγώς θα θίξω, γιατί η υπόθεση-βιβλίο, επειδή συναρτάται μ' ένα πλήθος άλλων παραγόντων, οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών, είναι ένα θέμα πολυμερές, περίπλοκο και απέραντο.
Αγαπητοί φίλοι,
οι Έλληνες δυστυχώς δε διαβάζουμε. Δεν είμαστε ιδιαίτερα φιλομαθείς. Παρά τον πρωτόγνωρο εκδοτικό οργασμό και την εμφάνιση πλήθους νέων συγγραφέων, δε διαβάζουμε τις πνευματικές τους δημιουργίες. Δε διαβάζουμε εφημερίδες, δε διαβάζουμε βιβλία. Οι λίγοι που διαβάζουν, διαβάζουν συνήθως λογοτεχνία. Δε διαβάζουμε δοκίμια, δε διαβάζουμε βιογραφίες, δε διαβάζουμε θέατρο, δε διαβάζουμε Ιστορία, δε διαβάζουμε κριτική σκέψη. Ούτε ποίηση διαβάζουμε. Πρέπει να ομολογούμε την πικρή αλήθεια. Το επαληθεύουν άλλωστε και οι στατιστικές μετρήσεις που, είτε σε πανελλαδικό επίπεδο είτε σε επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μας φέρνουν ουραγούς. Διεκδικούμε ωστόσο μια παγκόσμια «πρωτοπορία» : ακολουθώντας τις επιταγές της «μόδας», αγοράζουμε βιβλία για να γεμίσουμε τα άδεια ράφια των οικογενειακών μας βιβλιοθηκών ή για να διακοσμήσουμε την επίπλωση του σπιτιού μας.
Η αγάπη για το διάβασμα είναι μια συνήθεια που την αποκτά κανείς από την παιδική ηλικία μέσα στην οικογένεια, το σχολείο και τον άμεσο περίγυρό του. Το οικογενειακό περιβάλλον είναι κυρίως το «μορφωσιογόνο περιβάλλον». Από το σπίτι του, από τα πρώτα βήματά του, από τους γονείς του και τα αδέλφια του, το παιδί θα μάθει να ζητάει, να χρειάζεται το βιβλίο. Οι γονείς, λοιπόν, πρώτα είναι εκείνοι που πρώτοι αναλαμβάνουν την ευθύνη να φέρουν σε επαφή το παιδί με το βιβλίο. Στους δύσκολους καιρούς που ζούμε η παιδική λογοτεχνία έχει να παίξει έναν τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση ενός νέου τύπου ανθρώπου και κατά συνέπεια και ενός νέου τρόπου κοινωνικής διαβίωσης. Δυστυχώς σήμερα ζούμε σε μια κοινωνία όπου το οικογενειακό περιβάλλον ελάχιστα ευνοεί τη ανάγνωση. Δεν συναντάς πολλούς γονείς να πιάνουν στα χέρια τους ένα βιβλίο. Αντιθέτως βλέπουμε με πόση ευκολία να πατούν το κουμπί της τηλεόρασης. Και είναι χρήσιμο να συνειδητοποιήσουμε αυτό το κάπως απαισιόδοξο μήνυμα: όσο το οικογενειακό περιβάλλον δεν είναι «μορφωσιογόνο», το βιβλίο είναι καταδικασμένο να φυτοζωεί.
Εφόσον λοιπόν θα έχουμε εξασφαλίσει τη ζήτηση, τότε μπορούμε να μιλήσουμε και για τον κορυφαίο ρόλο του σχολείου. Ενός σχολείου που θα εκπαιδεύει, θα διαπαιδαγωγεί, θα εκπολιτίζει, θα ψυχαγωγεί θα κοινωνικοποιεί το παιδί-μαθητή, θα το πληροφορεί, θα το ενημερώνει, και θα του διδάσκει την αξία της έρευνας, κοντολογίς θα το γυμνάζει πως θα συζεί με τη συνείδησή του, θα το μορφώνει κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, γιατί οι μόρφωση δε σταματά στα μαθητικά θρανία. Ωστόσο, δε νομίζω ότι βρίσκεται κανένας ανάμεσά μας που να πιστεύει ότι το σημερινό σχολείο εκπληρώνει απόλυτα αυτήν την αποστολή. Το σχολείο μ' αυτή τη δομή δεν ευνοεί ιδιαίτερα το διάβασμα, δεν καλλιεργεί τη φιλομάθεια, γιατί επιβάλλει το διάβασμα και προσφέρει αποπνιχτική γνώση. Έχει μετατρέψει την παιδεία σε κυνήγι απόκτησης πτυχίων. Στα σημερινά σχολεία δε φοιτούν μαθητές αλλά υποψήφιοι παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κάνουν ορισμένοι φωτισμένοι πραγματικά δάσκαλοι.
Στην Ελλάδα, μεταπολεμικά, δεν υπήρξε ποτέ συστηματική πολιτική βιβλίου, απ' όποιους φορείς κι αν εκφράζεται αυτή, από το υπουργείο Παιδείας ή από το υπουργείο Πολιτισμού. Έχουμε μόνο μερικά αποσπασματικά μέτρα, που άλλοτε μένουν ημιτελή και χωρίς συνέχεια και άλλοτε τορπιλίζονται εν τη γενέσει τους. Συστηματική πολιτική βιβλίου σημαίνει σύγχρονη και οργανωμένη Εθνική Βιβλιοθήκη, σημαίνει δίκτυο σχολικών βιβλιοθηκών, σημαίνει θεσμούς που θα ενισχύουν την ανάγνωση, τη βιβλιοφιλία και το κύρος του βιβλίου ως πνευματικού αγαθού. Σημαίνει προβολή της σύγχρονης δημιουργίας , σημαίνει διαρκή επικοινωνία με όλους τους παράγοντες του βιβλίου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αυτές είναι μερικές όψεις μιας συστηματικής πολιτικής βιβλίου, για τις οποίες χρειάζεται σχεδιασμός, δηλαδή πολιτική απόφαση, και φυσικά χρήματα.
Αγαπητοί φίλοι,
«Ένα βιβλίο» λέει μια Αραβική Παροιμία, «είναι ένας κήπος που μπορείς να κουβαλήσεις στην τσέπη σου». Θα συμπλήρωνα ότι είναι ένας κήπος όπου είναι αποθησαυρισμένη η μνήμη της ανθρωπότητας. Στο εύφορο χώμα του, με μόνα εργαλεία το λόγο και τη γλώσσα, καλλιεργούνται από τους κηπουρούς του πνεύματος, με μόχθο και ιδρώτα, τα δέντρα της γνώσης, των ιδεών και του στοχασμού. Τους εύγευστους χυμώδεις καρπούς τους πολλοί ορέγονται αλλά λίγοι γεύονται. Είναι ένας κήπος όπου ο αέρας του ζωογονεί τη συνείδηση των περιπλανώμενων επισκεπτών του, η δροσερή αύρα του χαϊδεύει την ψυχή τους.
Διαβάζω βιβλία για να κατακτήσω τον κόσμο. Διαβάζοντας, το παρελθόν μου φαίνεται γνωστό, το παρόν οικείο, το μέλλον φιλικό και προσιτό. Καταρρίπτω όρια και φραγμούς, σύνορα και προθεσμίες, απαγορεύσεις και φόβους. Η φαντασία διαστέλλεται, ο κόσμος γίνεται άπειρος ή μικρός ανάλογα με το κέφι μου. Όταν όλα σήμερα ελέγχονται και προκαθορίζονται, μονάχα το διάβασμά μου επιτρέπει την ελευθερία. Διαβάζω άρα είμαι ελεύθερος.
Αγαπητοί φίλοι
Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Άγγελος Δεληβοριάς «Το βιβλίο είναι αξία πολύ πιο σταθερή και πολύ πιο ευκίνητη από την αξία του χρήματος, πολύ πιο ανθεκτική στις αβέβαιες προοπτικές του Διαδικτύου και στο απειλητικό φάσμα της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης»
Αγαπητοί φίλοι
Έχουμε σήμερα την τιμή να έχουμε κοντά μας έναν από τους κορυφαίους σύγχρονους συγγραφείς, τον κο Νίκο Θέμελη
Είμαι βέβαιος ότι όλοι οι βιβλιόφιλοι έχουν διαβάσει την «Αναζήτηση», ένα βιβλίο καινοτόμο από κάθε άποψη, συναρπαστικό, διαφορετικό, ένα βιβλίο που κατατάσσεται στα κορυφαία της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η ικανότητα του Νίκου Θέμελη να αποδίδει με μοναδικό τρόπο την ατμόσφαιρα άλλων εποχών και επάνω σε αυτή να ξετυλίγει διασταυρούμενες ανθρώπινες ιστορίες είναι απαράμιλλη.
Δεν θα ήθελα να σταθώ στη δεδομένη λογοτεχνική αξία των έργων του. Δεν είμαι ειδικός. Θα ήθελα μόνο με λίγα λόγια να σταθώ στα κοινά γνωρίσματα και τις συνισταμένες που διέπουν τους ήρωες και τις ιστορίες του συγγραφέα - ακριβώς γιατί πιστεύω ότι μέσα από τους διαφορετικούς χαρακτήρες και τις διαφορετικές εποχές, ο Νίκος Θέμελης συνθέτει εν τέλει ένα έξοχο πλαίσιο αναφοράς για την ζωή, την ιστορία και, πολύ περισσότερο, το πολιτισμικό μας μέλλον.
Οι ήρωες του Νίκου Θέμελη αναζητούν διαρκώς, ψάχνουν για την κοινωνική και πολιτισμική τους ταυτότητα, προσπαθούν να αφήσουν το στίγμα τους σε έναν κόσμο συνεχώς μεταβαλλόμενο. Στην Ελλάδα της Ευρώπης και του κόσμου , η διαρκής αναζήτηση των ηρώων συγγραφέα, η προσπάθεια για αυτοπροσδιορισμό είναι απολύτως κατανοητή. Θα έλεγα δε ότι είναι και πράξη επιβεβλημένη για κάθε σκεπτόμενο νεο-Ελληνα αφού στην Ελλάδα συνέρρευσαν λιγότερο ή περισσότερο δημιουργικά τόσα πολλά πολιτιστικά πρότυπα και ρεύματα . Οι ήρωες του Νίκου Θέμελη είναι βαθιά διαποτισμένοι από την έννοια της ελευθερίας του ατόμου και της σκέψης, την αξία της δικαιοσύνης, Είναι αντιδογματικοί, πιστεύουν στην δύναμη της γνώσης, σκέπτονται και ενεργούν κυρίως με την λογική, αποζητούν την αισθητική ομορφιά και εξυψώνουν τον άνθρωπο και την σημαντικότητα του ατόμου, είναι πολίτες του κόσμου ενώ αποζητούν το καινούργιο, το καινοτόμο χωρίς φόβο και απόρριψη. Είναι φίλοι της συνεννόησης και της σύνθεσης, δεν επιδιώκουν τη διαμάχη και την αντιπαλότητα ενώ δείχνουν μια βαθιά Ελληνικότητα χωρίς όμως να εγκλωβίζονται στη μιζέρια του όποιου μικροεθνικισμού .
Νομίζω τέλος ότι το έργο του κου Νίκου Θέμελη μπορεί να αποτελέσει μια πολύ σημαντική πηγή προβληματισμού αλλά και τροφοδοσίας της σκέψης για τις νεότερες γενιές για το πώς θα ήταν δυνατό να δομηθεί ένας πραγματικά σύγχρονος νεοελληνικός πολιτισμός σε ένα κόσμο που διαρκώς αλλάζει με δραματικές ταχύτητες.
Αυτή λοιπον τη μεγάλη συνεισφορά του κ. Θέμελη στην σύγχρονη ελληνική κοινωνία τιμούμε και επιβραβεύουμε σήμερα. Είναι το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε παραμένοντας ευγνώμονες στο λογοτέχνη.












